ἀεθλονικία

ἀεθλονικία
ἀεθλονικία (αε-)
1 victory in the games

ἀεθλονικία δὲ μάλιστ ἀοιδὰν φιλεῖ N. 3.7


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀεθλονικία — ἀεθλονικίᾱ , ἀεθλονικία victory in the games fem nom/voc/acc dual ἀεθλονικίᾱ , ἀεθλονικία victory in the games fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀεθλονικίᾱ , ἀθλονικία fem nom/voc/acc dual ἀεθλονικίᾱ , ἀθλονικία fem nom/voc sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αεθλονικία — ἀεθλονικία, η (Α) νίκη σε αγώνες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄεθλος + νίκη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”